Πάντα πίσω από τις χρεοκοπίες επιχειρήσεων κρύβεται μια «αμαρτωλή» ιστορία που ξεκινά πολύ πιο πριν φτάσει το τέλος. Αυτό ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση της Thomas Cook. Tα «βάσανα» της παλαιότερης ταξιδιωτικής εταιρείας στον κόσμο ξεκινούν από το 2018, όταν τα οικονομικά της αποτελέσματα άρχισαν να εμφανίζουν ζημίες και ταυτόχρονα τα χρέη της αυξάνονταν. 
Από τότε μέχρι σήμερα η χρειάστηκε κεφαλαιακή ενίσχυση με ιδιωτικά κεφάλαια για να αποφευχθούν τα χειρότερα. 
Οι πιστώτριες τράπεζες RBS, Barclays και Lloyds, μέχρι πρότινος προσέφεραν στήριξη στην εταιρείας μέσω γραμμή πίστωσης αλλά χθες αποφάσισαν να της τραβήξουν την… πρίζα.
Αυτό που χρειαζόταν άμεσα η Thomas Cook ήταν 200 εκατ. στερλίνες επιπλέον του πακέτου ύψους 900 εκατ. στερλινών που είχε ήδη συμφωνήσει να λάβει, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στις αυξημένες ανάγκες της χειμερινής περιόδου, όπου εισπράττει παραδοσιακά λιγότερο ρευστό και πρέπει να πληρώσει τα ξενοδοχεία για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν κατά τη θερινή περίοδο. Ωστόσο, το αίτημα για επιπλέον χρηματοδότηση 200 εκατ. στερλινών πυρπόλησε τη συμφωνία διάσωσης που συζητιόταν επί σειρά μηνών.
Η αρχική συμφωνία προέβλεπε ότι η Fosun, μεγαλομέτοχος της Thomas Cook, η μητρική της οποίας είναι ιδιοκτήτρια της εταιρείας all – inclusive Club Med, θα έδινε 450 εκατ. στερλίνες σε φρέσκο ρευστό, με αντάλλαγμα τουλάχιστον το 75% του συνόλου των δραστηριοτήτων του tour operator και το 25% των αεροπορικών δραστηριοτήτων. Αλλα 450 εκατ. στερλίνες θα έδιναν οι πιστώτριες τράπεζες της Thomas Cook, ενώ θα μετέτρεπαν και το υπάρχον χρέος σε μετοχές. Όμως η εταιρεία ζήτησε από τις πιστώτριες τράπεζες επιπλέον 200 εκατ. ευρώ, αίτημα που απορρίφθηκε.
Γιατί όμως οι τράπεζες δεν διέσωσαν την Thomas Cook; Καταρχήν διότι η χρηματοοικονομική εικόνα του ομίλου δεν μπορούσε να εγγυηθεί ότι οι τράπεζες θα έπαιρναν πίσω τα λεφτά τους. Δεύτερον τα collateral (εγγυήσεις) που θα κατέθετε η βρετανική επιχείρηση για να εξασφαλίσει την επιπλέον χρηματοδότηση ήταν πολύ μικρότερης αξίας από τα κεφάλαια που ζητούσε.
Η υπόθεση όμως πάντως έχει και πολιτική χροιά. Η τράπεζα RBS διασώθηκε από τη βρετανική κυβέρνηση μετά την οικονομική κρίση του 2008, οπότε τα περιθώρια κινήσεων της ήταν περιορισμένα. Στα παραπάνω να προσθέσουμε και την εύθραυστη εικόνα του βρετανικού τραπεζικού κλάδου, αλλά και τους αυστηρούς όρους σχετικά με τη διάσωση προβληματικών επιχειρήσεων. Αυτό δεν ισχύει στη Βρετανία αλλά πανευρωπαϊκά, καθώς οι επόπτες έχουν σφίξει τον κλοιό γύρω από τις τράπεζες αναφορικά με τη δανειοδότηση των επιχειρήσεων.
Με τις ευρωτράπεζες να πλήττονται από το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων και τα πού υψηλά επίπεδα «κόκκινων» δανείων, αναπόφευκτα εμφανίζονται πολύ φειδωλές στο ανοίξουν τις… κάνουλες σε επιχειρήσεις που η ευρωστία τους είναι αμφίβολη.

Καραδοκούν τα hedge funds

Εν τω μεταξύ δεν υπάρχουν μόνο χαμένοι από την κατάρρευση της Thomas Cook. Για μια ακόμη φορά οι κερδοσκόποι, hedge funds, private equity κ.λπ. που είχαν φροντίσει να στραφούν στα λεγόμενα ασφάλιστρα κινδύνου (CDS) της ιστορικής εταιρείας, θα μπορούσαν να έχουν επίσης υψηλότατα κέρδη.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Bloomberg, μεταξύ αυτών είναι οι Sona Asset Management και XAIA Investment GmbH και το αθροιστικό τους κέρδος από την πτώχευση θα μπορούσε να ανέλθει στα 250 εκατ. λίρες. Επένδυσαν στα συγκεκριμένα παράγωγα που ενεργοποιούνται και πληρώνονται όταν μία εταιρεία οδηγείται στο «θάνατο».
Η Thomas Cook έρχεται να προστεθεί σε μία σχετικά μακρά λίστα εταιρειών, που είδαν τα CDS τους να ενεργοποιούνται φέτος, όπως η βρετανική New Look και η γαλλική Rallye S.A. Ειδικοί προειδοποιούν ότι θα μπορούσαν να ακολουθήσουν και άλλες εξαιτίας των ζοφερών συνθηκών στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Την απόφαση για ενεργοποίηση των CDS της Thomas Cook θα λάβει η επιτροπή Determinations Comittee σε συνεδρίαση εντός της ημέρας. Είχε ήδη κληθεί να αποφασίσει από την περασμένη εβδομάδα εάν η υπαγωγή σε καθεστώς προστασίας των αμερικανικών δραστηριοτήτων της εταιρείας θα μπορούσε να ενεργοποιήσει τα CDS. Τώρα στα δεδομένα έρχεται να προστεθεί η εκκαθάριση συνολικά του ομίλου.

Διαβάστε επίσης